Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

easily broken


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο easily παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: broken
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
easily adv(without trouble)εύκολα επίρ
  με ευκολία φρ ως επίρ
 (ανεπίσημο)άνετα, χαλαρά επίρ
  με άνεση φρ ως επίρ
 John jumped over the gate easily.
 Ο Τζον πήδησε πάνω από την πύλη με ευκολία.
 Ο Τζον πήδησε πάνω από την πύλη με άνεση.
easily adv(without doubt)αναμφίβολα, ασυζητητί επίρ
  χωρίς αμφιβολία φρ ως επίρ
 (καθομιλουμένη)με διαφορά φρ ως επίρ
 (αργκό)άνετα, χαλαρά επίρ
 This painting is easily the best, so it wins first prize.
 Ο πίνακας αυτός είναι ασυζητητί ο καλύτερος, γι' αυτό παίρνει το πρώτο βραβείο.
 Ο πίνακας αυτός είναι χωρίς αμφιβολία ο καλύτερος, γι' αυτό παίρνει το πρώτο βραβείο.
 Ο πίνακας αυτός είναι με διαφορά ο καλύτερος, γι' αυτό παίρνει το πρώτο βραβείο.
easily adv(in all likelihood)εύκολα επίρ
 (καθομιλουμένη)άνετα επίρ
 (αργκό)χαλαρά επίρ
 Karen said she'd do it, but she could easily change her mind.
 Η Κάρεν είπε πως θα το κάνει, μπορεί όμως ν' αλλάξει γνώμη εύκολα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
breathe easier,
breathe more easily
vi + adv
(stop struggling for breath)αναπνέω πιο εύκολα περίφρ
 The drug relaxes the muscles in the chest so the patient can breathe easier.
easily assimilated adj(person: into society)που αφομοιώνεται με ευκολία περίφρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
easily assimilated adj(nutrient: into the body)που απορροφάται με ευκολία περίφρ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
easily assimilated adj(event: into experience)που αφομοιώνεται με ευκολία επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
easily attained,
easily-attained
adj
(not hard to reach or get)που μπορείς να φτάσεις εύκολα επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
 Due to lower exam standards, 'B' grades are easily attained by most applicants.
easily reached adj(place: accessible)ευπρόσιτος, προσπελάσιμος επίθ
 Our hotel is easily reached from the highway.
easily reached adj(object: close to hand)που μπορείς να φτάσεις εύκολα επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
read [sth] easily v expr(find clearly legible)διαβάζω κτ με ευκολία έκφρ
 (καθομιλουμένη)βγάζω κτ εύκολα έκφρ
 I read his neat handwriting easily.
read [sth] easily v expr(understand without effort)διαβάζω κτ με ευκολία έκφρ
 That book is simple, intended for children to read easily.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'easily broken' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση easily broken στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «easily broken».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!